The Mercy Seat #IstoriesErota

Σσσσσςςςς! Κάντε λίγη ησυχία, έχω βάλει τα παιδιά για ύπνο. Δυσκολοκοίμητα, πανάθεμα τα. Μα σαν αγγέλους μοιάζουνε σαν κοιμηθούν.

Και γω, τότε, δε βλέπω την ώρα. Σαν κι απόψε. Έννοια σας και ξέρω τι θα κάνω μετά. Θα βάλω εκείνο το λικέρ που έπινα μαζί της, ν’ αράξω δίπλα στο παράθυρο ξεφυλλίζοντας το νέο κατάλογο ΙΚΕΑ ακούγοντας το τραγούδι μας. Από τον Nick Cave όμως. Τώρα που έφυγε… (διορθώνει) μας έφυγε… (διορθώνει ξανά) μού έφυγε… θα κάνω την επανάσταση μου, θα βάλω την εκτέλεση που γουστάρω εγώ.
Τ’ ακούς;. Ναι, τι σε νοιάζει εσένα. Έφυγες; Δεν έφυγες;

(Δαγκώνει τα χείλη) Δεν έφυγες.

(κοιτάζει γύρω) Γιατί κατά τα άλλα, τόσο να μοιάζουμε ρε συ; Ίδια της όλα.

Ακόμα και αυτό το λικέρ, από λεμόνια, σαν κι αυτά που άλλαξαν τη ζωή της.

Πόσα έστυψε τόσα χρόνια εδώ μέσα; Άραγε πόσα; Πόσες φορές κοίταξε αυτή τη θεόστραβα ραμμένη απαίσια κουρτίνα όταν τα έστυβε; Λες και το έκανε επίτηδες πρωτάρα γαζώτρια στην πόλη, νιόφερτη από το νησί, προφητικά, για όλα όσα πήγαν μετά στραβά.

(Σιγοτραγουδά) They are sick breath at my hind. (Πλησιάζει το CD-Player και πατάει Play. Πάτα το κι εσύ και άκουσέ το δυνατά όσο διαβάζεις τα παρακάτω.Κι αν διαβάζεις αργά, ξαναβάλ'το άμα τελειώσει).

Της άρεσαν τα αμερικάνικα. Στα πανηγύρια χόρευαν πια βαλς και ταγκό αλλά στον καφενέ ήταν ακόμα πιο μπροστά. Κάποιος είχε φέρει ένα πικάπ κουρδιστό και παίζανε φοξ αγλέ, φοξ τροτ!  Αμέ! Εκεί ήρθανε κοντά. Παραχωριού γαμπρός αυτός, πώς βρέθηκε εκείνο το βράδυ στα μέρη τους, εκείνη δεν ήξερε. Μόνο να πεταχτεί πάνω σαν τον γάτη και να αρχίσουν τις σβούρες ήξερε. Ήταν κι εκείνα τα φωσφορούχα μάτια του κόντρα στο κορακί μαλλί του που την μάγεψαν. Γιατί ναι, έμοιαζε με δαίμονα σωστό. Και ήταν κιόλας.

Την άλλη μέρα έγινε σούσουρο στο χωριό που ο ξενοχωρίτης την κόρταρε αγρίως που έφτασε στ’ αυτιά της μάνας της. Κάποιος τής σφύρηξε ότι μέχρι που φύγανε μαζί και από τον καφενέ. Εμένα πάντως δεν μου το επιβεβαίωσε ποτέ. Όχι πώς το χρειαζόμουν. Μπορούσα να φανταστώ τι έγινε. Τους ξέρω καλά και τους 2. Ούτε βέβαια και η μάνα της χρειαζόταν καμιά επιβεβαίωση. Βουτάει τη σάουλα, την φέρνει τρεις βόλτες και μπαίνει μέσα στο πιθοστάσι που ήταν η μικρή. Ξέρει τι είναι η σάουλα; Το σκοινί που δένουν τα ξύλα. Τρόμαξε η άλλη και ορκίστηκε πως δεν θα τον ξαναδεί. Έτσι κι έκανε για αρκετό καιρό. Το ‘χε κουσούρι βλέπεις με τη συμμόρφωση.

«Να ‘σαι σωστή. Τ’ ακούς; Να μη δίνεις ποτέ δικαιώματα. Κι άμα πρέπει να κάνεις διπλή δουλειά, ακόμα και όταν σε αδικούν, να την κάνεις. Για να μην έχουν να πουν.»

Να μην έχουν να πούν! Τώρα, τι έχουν να πουν για σένα; Ζώον.

Εκείνος όμως δεν το έβαλε κάτω. (Γελάει απότομα και πικρά, μουρμουράει). Μάλλον είναι το μόνο.

Μετά από λίγο καιρό, μπήκε κρυφά στο σπίτι ο δαίμονας και της μήνυσε να ετοιμαστεί που θα ‘ρθει μεθαύριο να την κλέψει. Να πάρει δυο πράγματα της, λέει, και το βράδυ θα της κάνει σήμα να βγει έξω. Θα φύγουν με βάρκα για την πίσω πευρά του νησιού και από εκεί με καράβι το πρωί για τον Πειραιά.

- Και πώς θα καταλάβω ότι έχεις έρθει;
- Θα σου πετάξω ένα πετραδάκι από την καμινάδα.
- Καλά, και τι θα πω, πού πάω;
- Ξέρω γω μωρέ, βρες κάτι. Βράδυ θα ‘ναι, φαΐ θα τοιμάζεις, πες ότι σου σώθηκε το λεμόνι και πας να κόψεις ένα από την οχτέ.

Έτσι κι έγινε. Ή τουλάχιστον αυτό μου είπαμε.

Και τι ωραίος που φαινόταν ο Πειραιάς την αυγή που φτάσατε. Και εκείνος σού έδωσε ένα φιλί μόλις κατεβήκατε από το πλοίο. Και θα μείνουμε εδώ, τι δουλειά έχουμε να πάμε στους ξαδέρφους σου τους χωριάτες στο Γουδί; Πάλι σε χωριό θα πάμε; Εκεί είναι χωράφια. Κι εσύ δεν πρόλαβες να φιλήσεις το αδερφάκι σου μα θα το ξαναδείς γρήγορα. Και θα του στέλνεις και λεφτά. Σίγουρα. Να, βρήκες και δουλειά. Κοπτοραπτού. Στο υπόγειο, δίπλα στο δισκάδικο του Πέτρου, με τα ωραία εξώφυλλα στη βιτρίνα που πιο πολύ σου άρεσαν αυτά του Johhny Cash. Με γεια και το αμάξι, τόσο κόσμο χωράει να πούμε και στη Μαίρη και τον Στέφανο να πάμε καμιά εκδρομή την Κυριακή στον Ωρωπό. Μα τι να κάνεις που σ’ αυτό το αμάξι το χάι, είναι να μπαίνουν μόνο κορίτσια με μίνι, τ’ ακούς; Αν θες να μπεις, φόρεσε κι εσύ αλλιώς θα βάλω άλλες. Μα τι είναι αυτά που λες. Και τι ωραία που δε σου πήγαινε ποτέ το μίνι και να ετοιμάζεις σιωπηλή τα πράγματα για τη βόλτα και να πάρουμε και swan μαζί για κολατσό και μη στραβοκοιτάς εμένα μουτρωμένη και κάπου εκεί έπεσαν οι πρώτες φάπες. Και καλώς τον Στέφανο, ναι έτοιμη είμαι. Και να μεγαλώνεις και να μη μπορείς να καταλάβεις αν μοιάζεις στη μάνα σου -πώς να μεγαλώνει κι εκείνη άραγε;- και να παίρνεις τα γαζιά που περισσεύαν στο υπόγειο και να φτιάχνεις φορέματα, κουρτίνες, τραπεζομάντηλα για την νέα εκείνη τρύπα που βρήκατε στο Πέραμα. Και να γίνεσαι σιγά σιγά γυναίκα και να μαθαίνεις, έπρεπε. Και έτσι σου ήρθαν οι καμπάνες, οι κεντητές μπλούζες, τα κοκάλινα γυαλιά, η τόσκα, η λακ, τα πλεχτά, οι συσκευασμένες σερβιέτες που της είχες και στο χωριό σου μωρή και άντε πάλι να μακραίνουν οι τρίχες σου και δώσ’ του πάστωμα και πιστολάκι και ράψε σωστά τις βάτες γιατί σκέβρωνες από γεννησιμιού σου και δε θα προλάβω Μίνα, και όπου να ‘ναι θα ‘ρθει και να φαλτσάρεις σαν τρίχα εσύ σε καριώτικο ρασκό και δώστου να την βγάζεις και βάλε λίγο κραγιόν γαμώ το Χριστό σου. Και ύστερα, να και το παιδί, πώς λες να το βγάλουμε; Στραβοκάνα σαν εσένα να μην βγει. Και πάντα να προσέχεις να μην κάνεις όσα σου έκανε η δικιά σου μάνα και να μην κρεμάσουν και σένα τα βυζιά σου και μωρό μου, η μανούλα έκανε βαβά εδώ (δείχνει κάτω από το μάτι), κάνε μου μάκια να περάσει και τώρα να έχεις να ράβεις και για το εξοχικό και φίλοι και σαββατοκύριακα και ανέβα στο τραπέζι μου κούκλα μου γλυκιά και να ‘ναι μπούζι οι μπίρες και τι χαρά όταν πια πέφταν όλοι για ύπνο και έβαζες εκείνα τα αμερικάνικα, τα γελαδάρικα του γούστου σου, με τα πόδια ανοιχτά στην πλαστική καρέκλα κι ένα τσιγάρο, έξω όμως, χαμηλά, πιο χαμηλά απ’ το ροχαλητό του. Πιο χαμηλά και από τους γρύλλους που λες και δήλωναν πως πέρασε και αυτή η νύχτα. Πώς πέρασαν τα χρόνια να μου πεις, και φέρε μου λίγο οξυζενέ, να μην ξεχάσεις οξυζενέ να μου πάρεις. Έχω φτιάξει και Λικέρ, λεμόνι που σ’ αρέσει. Και ‘γω σου έφερα, θυμάμαι εκείνον τον δίσκο του Johhny Cash με τις διασκευές που ‘χε και το τραγούδι του Cave και μου πες «να μωρή, αυτό είναι παίξιμο» και σε πείραξα, γράφουν πως ο νέος δίσκος του Cash είναι για τις «καταδικασμένες αθωότητες». Και μου πες «σσσσσςςςς τι πράγματα είναι αυτά;». Και όσο έπινα το νέο σου λικέρ, σου ‘βαφα τα μαλλιά, μην και φανούν οι άσπρες τρίχες. Γιατί ακόμα τον φοβόσουν κι ας είχε φύγει – από καρδιά, πόση ειρωνεία μάς φυλά αυτή η ζωή- κι έκανες τα πάντα όπως πριν. Και ήθελες να σε πηγαίνω στη θάλασσα, τώρα που μείναμε μόνες, όταν είχε ρεστία, και να ακούς να κύματα και θα με πήγαινες στο νησί μια φορά και κοίτα εκεί, ο βράχος που κοιμόσουν μικρή όταν φοβόσουν να ανέβεις σπίτι, τη θάλασσα όχι, δεν τη φοβόσουν, σαν τον έρωτα, ξάπλωνες κι έκλεινες τα μάτια, έπιανες με τα ακροδάχτυλα τα τρίμματα του βράχου, τα ‘παιζες στα δάχτυλα σαν κουκούτσι και ο αέρας να φουντώνει, και κάτι σα να ‘ρχεται και πρόσεχε, ένα μαύρο κύμα, (δυσκολεύεται στην αναπνοή) νάτο, κρατήσου, μη, το παιδί, ωωωω, σταμάτα πια, η ανάσα μου, όχι όχι, βοήθεια, αέρα, τα μαλλιά μου, όχι, το κύμα, γύρνα στο δωμάτιο σου, τίποτα δεν έγινε, δε μπορώ, μη μη (παίρνει ανάσα, φωνάζει) να ‘σαι σωστή μωρη. Να ξυρίζεις τις μασχάλες σου, τ’ ακούς; Γύφτισσα. Και κόψε πια αυτές τις τρίχες από την ελιά.

(κλαίει, μουρμουράει) Κοκόνα μου. Κοκέτα μου. Εσύ.

(Συνεφέρει) Το πρωί που ξημέρωσε της νύχτας που κλεφτήκαν και δεν την βρήκαν στο κρεβάτι της, η ιστορία για την μικρή και τον άγριο νέο στο χωριό, είχε πια γεννηθεί:
«Ηπή(γ)ε για λεμόνι και την πήραν οι δαιμόνοι»

(Πίνει μια γουλιά από το λικέρ. Δυναμώνει τη μουσική. Σιγοτραγουδά).
And I'm not afraid to die.

Φιλούρες, μάνα.

Κωνσταντίνος Βατούγιος
konstantinos@ikariamag.gr

Διαβάστε τις ελεύθερες πτήσεις του Κωνσταντίνος Βατούγιου. Βρείτε τον σε instagram και twitter.